<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rdf:RDF xmlns:rdf="http://www.w3.org/1999/02/22-rdf-syntax-ns#" xmlns="http://purl.org/rss/1.0/" xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/">
  <channel rdf:about="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/144">
    <title>Psepheda Collection:</title>
    <link>http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/144</link>
    <description />
    <items>
      <rdf:Seq>
        <rdf:li rdf:resource="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33751" />
        <rdf:li rdf:resource="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33256" />
        <rdf:li rdf:resource="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33190" />
        <rdf:li rdf:resource="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/32851" />
      </rdf:Seq>
    </items>
    <dc:date>2026-04-17T03:37:54Z</dc:date>
  </channel>
  <item rdf:about="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33751">
    <title>Οι επιπτώσεις στην εργασία και τα εργασιακά δικαιώματα των πασχόντων από την ημικρανία ως χρόνια πάθηση - αναπηρία</title>
    <link>http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33751</link>
    <description>Title: Οι επιπτώσεις στην εργασία και τα εργασιακά δικαιώματα των πασχόντων από την ημικρανία ως χρόνια πάθηση - αναπηρία
Authors: Αξιωτίδου, Μαρία
Abstract: Η ημικρανία αποτελεί μία από τις συχνότερες νευρολογικές διαταραχές, προκαλώντας σημαντική επιβάρυνση, με παγκόσμιο επιπολασμό που υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο άτομα. Συνιστά πολυπαραγοντικό φαινόμενο, με κοινωνικές προεκτάσεις και σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα, την ποιότητα ζωής και την εργασιακή ένταξη. Στην Ελλάδα, η κοινωνική και εργασιακή διάσταση της ημικρανίας έχει μελετηθεί περιορισμένα. 	&#xD;
Η διατριβή προσεγγίζει ολιστικά την ημικρανία ως βιοϊατρικό, κοινωνικό και εργασιακό ζήτημα δημόσιας υγείας στο ελληνικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, στόχος της είναι, αφενός η αποτύπωση του επιπολασμού της πιθανής ημικρανίας σε φοιτητές χωρίς προηγούμενη διάγνωση και, αφετέρου η διερεύνηση της επίδρασής της στη λειτουργικότητα, την ποιότητα ζωής και την εργασιακή παραγωγικότητα των εργαζομένων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε ατομικούς, περιβαλλοντικούς και εργασιακούς παράγοντες, καθώς και σε διαστάσεις που αφορούν τα δικαιώματα και τις προσαρμογές στο εργασιακό περιβάλλον.&#xD;
Πραγματοποιήθηκαν δύο ποσοτικές μελέτες με αυτοσυμπληρούμενα ερωτηματολόγια σε φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (χωρίς ιατρική διάγνωση ημικρανίας) και σε εργαζομένους με αυτοαναφορική ιατρική διάγνωση. Οι στατιστικές αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν περιλάμβαναν μονοπαραγοντικές και πολυπαραγοντικές προσεγγίσεις, με στόχο τον εντοπισμό προγνωστικών δεικτών λειτουργικής επιβάρυνσης και απώλειας παραγωγικότητας. &#xD;
	Συνολικά, εντοπίστηκε ο πολλαπλός αντίκτυπος της ημικρανίας σε κλινικό, γνωστικό, ψυχοκοινωνικό και εργασιακό επίπεδο. Το φαινόμενο του absenteeism (απουσία από την εργασία) αποδείχθηκε σχετικά περιορισμένο, ενώ το presenteeism (παρουσία στην εργασία με μειωμένη απόδοση) αναδείχθηκε ως η κυριότερη πηγή απώλειας παραγωγικότητας. Συγκεκριμένα, οι σημαντικότερες δυσκολίες αφορούσαν καθήκοντα με υψηλές γνωστικές απαιτήσεις, όπως η συγκέντρωση, η έναρξη νέων εργασιών, η ταχεία επεξεργασία πληροφορίας, η χρήση Η/Υ, καθώς επίσης και η αυξημένη ευαισθησία σε αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως το φως, ο θόρυβος, οι οσμές και ο κακός αερισμός. &#xD;
Οι γυναίκες, τα άτομα με χρόνια ημικρανία ή με αύρα, καθώς και όσοι εμφάνιζαν συχνότερα και εντονότερα επεισόδια, παρουσίασαν μεγαλύτερη λειτουργική επιβάρυνση. Η ποιότητα ζωής αναδείχθηκε σε κεντρικό παράγοντα της εργασιακής παραγωγικότητας σε άτομα με ημικρανία και ανέδειξε το presenteeism σε βασική αιτία απώλειας εργασιακής απόδοσης. &#xD;
Η μελέτη εισάγει την εφαρμογή εξειδικευμένων εργαλείων εργασιακής λειτουργικότητας σε ελληνικό δείγμα και προτείνει ένα σφαιρικό πλαίσιο κατανόησης που συνδυάζει κλινικούς, γνωστικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η ημικρανία δεν αποτελεί «απλή κεφαλαλγία», αλλά χρόνια λειτουργική αναπηρία με τον μέγιστο αντίκτυπο να εντοπίζεται στις παραγωγικές ηλικίες. Η «αόρατη» απώλεια απόδοσης μέσω presenteeism οδηγεί σε συστηματική υποεκτίμηση του πραγματικού κόστους, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές υγείας και εργασιακής ένταξης. &#xD;
Τέλος, η αξιοποίηση των ευρημάτων των επιμέρους ερευνών και των προτεινόμενων παρεμβάσεων δύναται να αποτελέσει ένα βήμα προς την ανάδειξη της σοβαρότητας του ζητήματος και τη βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης για τα άτομα με ημικρανία στο εργασιακό τους περιβάλλον.; Migraine is one of the most prevalent neurological disorders, causing a significant burden, with a global prevalence that exceeds one billion people. It represents a multifactorial condition with social implications and severe effects on functionality, quality of life, and employment integration. Migraine’s social and occupational dimension has been scarcely studied in Greece.   &#xD;
	This doctoral dissertation adopts a holistic approach to migraine as a biomedical, social, and occupational public health issue in the Greek context. Specifically, its objectives concern the documentation of probable migraine among university students without a prior medical diagnosis; and the investigation of migraine’s impact on functionality, quality of life, and occupational productivity among employees. Particular emphasis is placed on individual, environmental, and occupational factors, as well as on issues concerning rights and reasonable adjustments in the workplace. &#xD;
Two quantitative studies were conducted using self-administered questionnaires among university students (without a medical diagnosis of migraine) and employees with a self-reported medical diagnosis. Statistical analyses included univariate and multivariate approaches to identify predictive indicators of functional impairment and productivity loss. &#xD;
Overall, the findings highlight the multifaceted impact of migraine at the clinical, cognitive, psychosocial, and occupational level. Absenteeism was relatively limited, whereas presenteeism emerged as the main source of productivity loss. The most significant difficulties were related to tasks with high cognitive demands-such as maintaining concentration, initiating new tasks, processing information quickly, and using computers-as well as increased sensitivity to sensory stimuli, including light, noise, odors, and poor ventilation. Women, individuals with chronic migraine or migraine with aura, and those experiencing more frequent and severe attacks demonstrated greater functional impairment. Quality of life was identified as a key determinant of occupational productivity among people with migraine, further underscoring presenteeism as a major cause of reduced work performance. &#xD;
The study introduces the application of specialized tools for assessing occupational functioning in a Greek sample and proposes a comprehensive framework that integrates clinical, cognitive, and environmental factors. Migraine is not merely a headache but a chronic functional disability, with its greatest impact observed during the most productive years of life. The invisible loss of performance through presenteeism leads to a systematic underestimation of the real impact, highlighting the need for targeted health and employment policies. Finally, the findings and proposed interventions may constitute an important step toward recognizing the seriousness of the issue and improving the current situation for individuals with migraine in the workplace.
Description: Διατριβή (Διδακτορική)--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.</description>
    <dc:date>2025-01-01T00:00:00Z</dc:date>
  </item>
  <item rdf:about="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33256">
    <title>Οι εμπειρίες εξιτηρίου μετά από εγκεφαλικό: μια συγκριτική μελέτη των ομάδων υποστήριξης (διαδικτυακών και δια ζώσης)</title>
    <link>http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33256</link>
    <description>Title: Οι εμπειρίες εξιτηρίου μετά από εγκεφαλικό: μια συγκριτική μελέτη των ομάδων υποστήριξης (διαδικτυακών και δια ζώσης)
Authors: Πουρλιάκα, Τατιάνα
Abstract: Η διατριβή εξετάζει τον αντίκτυπο του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) στη &#xD;
ζωή των επιζώντων, εστιάζοντας στην περίοδο μετά το εξιτήριο και τη μετάβαση στην &#xD;
κανονικότητα. Το εξιτήριο που αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στην αποκατάσταση και &#xD;
στην επιστροφή στο σπίτι για τα άτομα με εγκεφαλικό είναι μια κρίσιμη στιγμή στη &#xD;
ζωή των ασθενών.  Παρά τη σημαντική βιβλιογραφία σχετικά με την αποκατάσταση &#xD;
μετά από εγκεφαλικό, υπάρχει περιορισμένη έρευνα για την εμπειρία των ασθενών &#xD;
μετά το εξιτήριο, όταν καλούνται να επιστρέψουν στην καθημερινή ζωή τους. Η &#xD;
απομάκρυνση από τις δομές υγειονομικής φροντίδας προκαλεί στρες και αβεβαιότητα, &#xD;
καθώς πολλοί ασθενείς και φροντιστές δεν νιώθουν επαρκώς προετοιμασμένοι. &#xD;
Ομάδες υποστήριξης, είτε διαδικτυακές είτε δια ζώσης, αποδεικνύονται πολύτιμο &#xD;
εργαλείο για την επικοινωνιακή και κοινωνική επανένταξη των επιζώντων, βοηθώντας &#xD;
τους να διαχειριστούν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Μέσα από τη συμμετοχή σε &#xD;
αυτές τις ομάδες, οι ασθενείς μπορούν να αυξήσουν την κοινωνική τους &#xD;
αλληλεπίδραση και να βελτιώσουν τη συνολική ποιότητα ζωής τους. &#xD;
Αρχικός στόχος της παρούσας διατριβής αποτέλεσε η διερεύνηση των εμπειριών των &#xD;
ασθενών κατά τη διάρκεια της μετάβασης από το νοσοκομείο στην κανονική ζωή, &#xD;
εξετάζοντας παράλληλα τη συμβολή των ομάδων υποστήριξης στη βελτίωση της &#xD;
ποιότητας ζωής και της κοινωνικής επανένταξης των επιζώντων. &#xD;
Αρχικά, εξετάστηκαν αναδρομικά οι απόψεις ασθενών μετά το εξιτήριο σε &#xD;
ημιδομημένες συνεντεύξεις, ενώ σε επόμενη έρευνα πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις &#xD;
με επιζώντες ΑΕΕ κατά το εξιτήριο τους για να κατανοήσουμε πώς αισθάνονται οι &#xD;
ασθενείς για την επιστροφή τους στο σπίτι. Στο πλαίσιο της παρούσας διατριβής, &#xD;
πραγματοποιήθηκε μια αρχική προσπάθεια στάθμισης μιας λίστας εξιτηρίου.  Η μελέτη αυτή επικεντρώνεται στην προσαρμογή και την προκαταρκτική στάθμισή της στην ελληνική γλώσσα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των ασθενών κατά τη διαδικασία εξιτηρίου, ιδίως στο πλαίσιο της πανδημίας Covid-19.Παράλληλα, στα πλαίσια της παρούσας διατριβής διοργανώθηκαν ομάδες υποστήριξης για ασθενείς με &#xD;
ΑΕΕ και φροντιστές, όπου διερευνήθηκαν οι αλλαγές που επέφερε η πανδημία αλλά &#xD;
και η αποτελεσματικότητα των ομάδων αυτών. Επιπρόσθετα, διεξήχθη πιλοτική &#xD;
έρευνα για την αξιολόγηση των πεποιθήσεων επαγγελματιών υγείας σχετικά με το &#xD;
διαδικτυακά εργαλεία δημιουργίας ομάδων υποστήριξης, που βοηθά στη δημιουργία &#xD;
ομάδων υποστήριξης. Τέλος, εντάξαμε πιλοτικά το NADL, ένα εργαλείο που μετρά την &#xD;
καθημερινή χρήση μαθηματικών δεξιοτήτων, στη διαγνωστική λογοθεραπευτική &#xD;
αξιολόγηση, προσφέροντας σημαντικά δεδομένα για την αποκατάσταση των ασθενών &#xD;
μετά από εγκεφαλικό και την ομαλή επιστροφή τους στο σπίτι.
Description: Διατριβή (Διδακτορική)--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.</description>
    <dc:date>2025-01-01T00:00:00Z</dc:date>
  </item>
  <item rdf:about="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33190">
    <title>Προσεγγίζοντας τον/την εκπαιδευτή/τρια της σύγχρονης ευάλωτης ετερότητας: κίνητρα, επαγγελματική ταυτότητα και νόημα στη ζωή.</title>
    <link>http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/33190</link>
    <description>Title: Προσεγγίζοντας τον/την εκπαιδευτή/τρια της σύγχρονης ευάλωτης ετερότητας: κίνητρα, επαγγελματική ταυτότητα και νόημα στη ζωή.
Authors: Κεφαλά, Αναστασία
Abstract: Η διαπολιτισμική εκπαίδευση ενηλίκων αποτελεί ένα επιστημονικό πεδίο που τα τελευταία χρόνια συγκεντρώνει όλο και περισσότερο το ερευνητικό ενδιαφέρον μελετητών, τόσο για τις συνθήκες υλοποίησής της, τα παρεχόμενα εκπαιδευτικά της προγράμματα και τα περιθώρια βελτίωσής τους, όσο και για τη μελέτη των χαρακτηριστικών των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτήν, τους/τις εκπαιδευτές/τριες της και τους/τις εκπαιδευομένους/ες τους. Οι εκπαιδευτές/τριες που αναλαμβάνουν την εκπαίδευση των ενήλικων μελών ευπαθών κοινωνικών ομάδων, αποτελούν μία ιδιαίτερη ομάδα εκπαιδευτικών, με τα δικά της χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τις δικές της επιμορφωτικές ανάγκες και εκπαιδευτικές εμπειρίες, για την οποία καμία ερευνητική μελέτη δεν έχει διεξαχθεί έως τώρα στη χώρα μας. Με αφορμή αυτό το ερευνητικό κενό, διενεργήθηκαν συνεντεύξεις με 12 εκπαιδευτές/τριες ευάλωτων κοινωνικών ομάδων με σκοπό να διερευνηθούν οι αντιλήψεις τους σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στη διαμόρφωση της επαγγελματικής τους ταυτότητας, των κινήτρων τους για ενασχόληση και παραμονή στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό χώρο και την πιθανή συσχέτιση αυτών με τις πηγές από τις οποίες νιώθουν ότι αντλούν νόημα στη ζωή τους. Η κωδικοποίηση, η ανάλυση και η ερμηνεία των δεδομένων που συνελέγησαν έγιναν με τη μέθοδο της Θεματικής Ανάλυσης. Τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν ως σημαντικότερη πηγή νοηματοδότησης στη ζωή των εκπαιδευτών/τριών της σύγχρονης ευάλωτης ετερότητας τις διαπροσωπικές, ανθρώπινες σχέσεις που δημιουργούν στην καθημερινότητά τους και ειδικότερα τις σχέσεις αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης που αναπτύσσουν μέσω της ενασχόλησής τους με την εκπαίδευση των συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού. Οι κοινωνικές σχέσεις αποτελούν, επίσης, το βασικότερο κίνητρο που τους/τις ωθεί να εμπλακούν και να παραμείνουν στην εκπαίδευση ευπαθών κοινωνικών ομάδων καθώς με τον τρόπο αυτό ικανοποιούν τη βαθιά εσωτερική και επιτακτική ανάγκη που νιώθουν να παρέχουν βοήθεια σε κάθε συνάνθρωπο μας που την έχει ανάγκη. Μάλιστα, τα κίνητρα αυτά που σχετίζονται με τις διαπροσωπικές τους σχέσεις αποτελούν το πρώτο από τα τέσσερα δομικά στοιχεία που συντελούν στη διαμόρφωση της επαγγελματικής τους ταυτότητας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, τα υπόλοιπα τρία δομικά χαρακτηριστικά που στοιχειοθετούν την επαγγελματική ταυτότητα των εκπαιδευτών/τριών της σύγχρονης ευάλωτης ετερότητας είναι: (α) H αυτό-αποτελεσματικότητά τους που επιτυγχάνεται όταν υπάρχει αποδοχή και σεβασμός στη διαφορετικότητα των εκπαιδευομένων τους, ενσυναίσθηση, ευελιξία, ανοιχτή επικοινωνία με τους/τις εκπαιδευόμενους/ες, και, τέλος, κατανόηση των ιδιαίτερων εκπαιδευτικών και κοινωνικών αναγκών τους. (β) Η ανάληψη ευθυνών και η αίσθηση καθήκοντος απέναντι στην εκπαίδευση των ευπαθών κοινωνικών ομάδων ως αντιστάθμισμα της έλλειψης σχετικών προγραμμάτων από τους αρμόδιους φορείς. (γ) H δέσμευσή τους στην εκπαίδευση ευπαθών κοινωνικών ομάδων, όπως καταδεικνύεται από την επιμονή τους να παραμένουν στον χώρο, παρά τα εμπόδια και τις δυσκολίες που συναντούν. Τα ευρήματα της έρευνας συμφωνούν με αντίστοιχες διεθνείς ερευνητικές μελέτες στη διαπολιτισμική εκπαίδευση και τη σύγχρονη ευάλωτη ετερότητα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νέας γνώσης στο πεδίο της Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Ενηλίκων, να ενισχύσουν τον σχετικό επιστημονικό διάλογο με την προσθήκη νέων δεδομένων από την χώρα μας και να εφαρμοστούν στην πράξη με τη δημιουργία κατάλληλων εκπαιδευτικών και επιμορφωτικών παρεμβάσεων.; Intercultural adult education is an educational field that has increasingly attracted scientific and research interest during the past few years; scholars try to investigate the practical conditions of this kind of education, its educational programs and the difficulties for their improvement, and also identify the characteristics of the people involved in it, the trainers/educators and their trainees/students. The educators who deal with the education of adults who are members of socially vulnerable groups form a very special group of teachers, owning their distinctive characteristics, training needs and educational experiences. As no research has been conducted so far in our country for this group of educators, interviews were conducted with 12 of them aiming to investigate their perceptions about the factors that contribute to the development of their professional identity, their motivations for involvement and staying in this specific educational field and their possible correlation with the sources they derive meaning from in their lives. Thematic Analysis was used to code and analyze the data collected. According to the research results, the most important source of meaning in the lives of educators who teach to socially vulnerable adults are the interpersonal, human relationships of their daily lives and especially those created on the field of the intercultural education based on solidarity and mutual support. Social relationships are also the main motivation that leads them to get involved in this kind of education, as in this way they satisfy their deeper need to provide help to every human fellow in need. Indeed, the motivations related to their interpersonal relationships are the first of the four structural components that contribute to the formation and the development of their professional identity. The research results showed that the rest three structural components of their professional identity are: (a) Their self-efficacy beliefs, which are achieved when there is acceptance and respect for the diversity of their learners, empathy, flexibility, open communication with their learners, and, finally, understanding of their specific educational and social needs. (b) Sense of responsibility and duty towards the education of socially vulnerable groups due to that lack of programs organized by institutions in charge. (c) Their commitment to the education of these groups, as proved by their persistence in remaining in the field despite the obstacles and difficulties. The findings of the research agree with similar international research studies in intercultural education and modern vulnerable diversity and can be used to add new knowledge in the field of Intercultural Adult Education, to enhance the international scientific dialogue with new data from our country and to be applied in practice by creating educational and training programs.
Description: Διατριβή (Διδακτορική)--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.</description>
    <dc:date>2025-01-01T00:00:00Z</dc:date>
  </item>
  <item rdf:about="http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/32851">
    <title>Η συμβολή του εκπαιδευτικού δράματος στην ανάπτυξη δεξιοτήτων λήψης αποφάσεων και αυτοαποτελεσματικότητας στη σταδιοδρομία: μεικτή έρευνα σε μαθήτριες και μαθητές Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης</title>
    <link>http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/32851</link>
    <description>Title: Η συμβολή του εκπαιδευτικού δράματος στην ανάπτυξη δεξιοτήτων λήψης αποφάσεων και αυτοαποτελεσματικότητας στη σταδιοδρομία: μεικτή έρευνα σε μαθήτριες και μαθητές Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης
Authors: Ζουρνά, Χριστίνα
Abstract: Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερεύνησε τη συμβολή της βιωματικής μεθόδου του Εκπαιδευτικού Δράματος στην ανάπτυξη δεξιοτήτων λήψης αποφάσεων και αυτοαποτελεσματικότητας στη σταδιοδρομία. Πληθυσμός-στόχος ήταν έφηβοι, μαθητές και μαθήτριες, της γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η μεικτή εμπειρική έρευνα υλοποιήθηκε σε τρεις διαδοχικές φάσεις: α) διερεύνηση αναγκών για υπηρεσίες Συμβουλευτικής και Επαγγελματικού Προσανατολισμού με δείγμα 237 εφήβων και δύο ποσοτικά ερωτηματολόγια• β) Έρευνα Δράσης με εκπαιδευτική παρέμβαση βασισμένη στην Κοινωνική-Γνωστική Θεωρία Σταδιοδρομίας και οιονεί πείραμα με χρήση Εκπαιδευτικού Δράματος για την Πειραματική Ομάδα και χωρίς για την Ομάδα Ελέγχου• γ) αξιολόγηση και ανατροφοδότηση με συνεντεύξεις σε ομάδες εστίασης. Ένα χρόνο μετά τη λήξη της παρέμβασης έγινε μελέτη παρακολούθησης. Τα δεδομένα των ποσοτικών εργαλείων αναλύθηκαν με στατιστικές μεθόδους και πολυμεταβλητές μεθόδους ανοιχτού λογισμικού. Το ποιοτικό υλικό από τα εργαστήρια δράματος – φύλλα παρατήρησης, ημερολόγιο ερευνήτριας, συνεντεύξεις και αξιολογήσεις – κωδικοποιήθηκε με τη βοήθεια κατάλληλου λογισμικού και αναλύθηκε με επαγωγική μέθοδο βασισμένη στη Θεμελιωμένη Θεωρία. Οι οπτικές αναπαραστάσεις – μέσω Πολλαπλής Παραγοντικής Ανάλυσης και Ιεραρχικής Ταξινόμησης – βοήθησαν στην ερμηνεία των σχέσεων μεταξύ υποκειμένων, μεταβλητών και παραγόντων, επιβεβαίωσαν εικασίες των προηγούμενων φάσεων και συνέβαλαν στον σχεδιασμό των επόμενων. Για τη μεικτή έρευνα, έγινε ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων όλων των φάσεων και από κοινού παρουσίαση. Από την ανάλυση του πρώτου ερωτηματολογίου βρέθηκε ότι τα μέλη της Πειραματικής Ομάδας αύξησαν κατά μέσο όρο στατιστικά σημαντικά τον γενικό βαθμό αυτοαποτελεσματικότητας στη λήψη αποφάσεων για τη σταδιοδρομία σε ποσοστό 6%. Επίσης, αύξησαν τη βαθμολογία σε ποσοστό από 5,4% έως 10,2% των τεσσάρων από τους πέντε παράγοντες της κλίμακας: στοχοθεσίας, επίλυσης προβλημάτων, αντικειμενικής αυτοεκτίμησης ικανοτήτων και σχεδιασμού σταδιοδρομίας. Από την ανάλυση του δεύτερου ερωτηματολογίου βρέθηκε ότι μείωσαν κατά μέσο όρο στατιστικά σημαντικά τον γενικό βαθμό δυσκολίας λήψης αποφάσεων για τη σταδιοδρομία. Η ανάλυση του ποιοτικού υλικού συμπλήρωσε και επιβεβαίωσε τα ποσοτικά ευρήματα. Συγκεκριμένα, οι έφηβες/οι απέκτησαν μεγαλύτερη αυτογνωσία, έμαθαν να θέτουν στόχους, να επιλύουν προβλήματα, να λαμβάνουν αποφάσεις που αφορούν εκπαιδευτικές και επαγγελματικές επιλογές, να σχεδιάζουν μελλοντικά βήματα στη σταδιοδρομία τους, απέκτησαν ισχυρότερα κίνητρα για λήψη αποφάσεων, μετρίασαν την αναποφασιστικότητα και τις δυσλειτουργικές πεποιθήσεις τους, διευκρίνισαν μέσω πρακτικής εξάσκησης τα βήματα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και ανακάλυψαν εναλλακτικές διαδρομές συλλογής πληροφοριών. Παράλληλα, οι μετρήσεις για τα μέλη της Ομάδας Ελέγχου έδειξαν μικρότερες βελτιώσεις στους αντίστοιχους παράγοντες των δύο κλιμάκων. Κατά τη διάρκεια της παρέμβασης με χρήση Εκπαιδευτικού Δράματος, τα μέλη της Πειραματικής Ομάδας πέρασαν από τρεις διακριτούς ρόλους: του επιμορφούμενου, του ερευνητή-αξιολογητή και του εμψυχωτή. Λόγω αυτενέργειας και ουσιαστικής εμπλοκής σε όλα τα στάδια της παρέμβασης, οι έφηβοι/ες ανέπτυξαν βασικές μεταβιβάσιμες δεξιότητες σε προσωπικό, κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο. Αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται στην από κοινού παρουσίαση των αποτελεσμάτων της μεικτής έρευνας και συμφωνεί με προηγούμενες σχετικές έρευνες. Τέλος, τεκμηριώνεται η χρήση του Εκπαιδευτικού Δράματος ως κατάλληλου πλαισίου για εφαρμογές της Κοινωνικής-Γνωστικής Θεωρίας Σταδιοδρομίας και συζητείται η υιοθέτησή του ως βιωματικής μεθόδου συμβουλευτικής σταδιοδρομίας.; The present mixed methods research study aimed at investigating how the Drama in Education experiential method enhanced the development of teenagers’ career decision-making self-efficacy and career decision-making competences. Following a sequential exploratory design with three consecutive phases, the research started with an assessment of teenagers’ needs for career guidance services. Questionnaires measuring the two main variables were completed by 237 students in the 9th, 10th, and 11th grades. In the second phase action-research included a quasi-experiment with two groups and a career guidance intervention based on Social Cognitive Career Theory; the experimental group both experienced and used Drama in Education whereas the control group did not. In the third phase the experimental group evaluated the intervention in focus groups interviews; one year later, in follow-up communication they also provided feedback on their career skills development and perceived longitudinal impact of the intervention. The quantitative data were analyzed through open-source software implementing both statistical methods and multivariate analysis methods. The qualitative material was gathered in the drama workshops, through the researcher’s diary, observation sheets, interviews, and evaluation forms; it was codified through appropriate open-source software and analyzed through inductive reasoning based on Grounded Theory. Multiple Correspondence Analysis and Hierarchical Cluster Analysis offered visual representations that enhanced interpretation of the relationships among subjects, variables, and factors, confirmed assumptions expressed in the previous phases and contributed to the design of the research phases that followed. The integrated results of the mixed methods research indicated that the experimental group significantly increased the total score of the career decision-making self-efficacy scale (CDMSE) by 6% on average as well as the scores of four out of five main scale factors by 5.4% to 10.2% on average; namely, goal setting, problem solving, self-appraisal and career scheduling. The experimental group teenagers also significantly decreased the total score of the career decision-making difficulties scale (CDDQ) as well as the score of the two out of three main categories: difficulty due to “lack of readiness” and due to “lack of information”. The respective scores of the control group were less optimized in both scales. The qualitative material gathered in the 2nd and 3rd phases and in the follow-up communication both complemented and confirmed the quantitative findings: the experimental group teenagers obtained more self-awareness, a stronger incentive to make career decisions, reduced their career indecision, restrained their dysfunctional beliefs, learned the informed decision-making process by experiencing it multiple times, and discovered new ways of obtaining additional information. During the intervention the teenagers of the experimental group took on roles of participants, researchers, evaluators, and facilitators; thus, thanks to their personal involvement and active engagement in the process they developed key career skills and transferable competences on the personal, social, and professional levels. This result was also supported by the joint display of the mixed methods integrated results and agrees with previous research. Finally, the introduction of Drama in Education as a career guidance method for teenagers and as an appropriate context for Social Cognitive Career Theory applications is discussed.
Description: Διατριβή (Διδακτορική)--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.</description>
    <dc:date>2025-01-01T00:00:00Z</dc:date>
  </item>
</rdf:RDF>

